Άγιος Δημήτριος

Ο άγιος Δημήτριος δεόμενος, 7ος αι. μ.Χ.

Ο Άγιος Δημήτριος στις πηγές αποκαλείται μεγαλομάρτυς φιλόπολις, σωσίπολις και μυροβλύτης. Μυροβλύτης γιατί ανέβλυζε μύρο από τον τάφο του, το οποίο ελάμβαναν οι πιστοί μέσα σε φιαλίδια που ήταν κατασκευασμένα από γυαλί, πηλό ή μολύβι, τα λεγόμενα κουτρούβια. Το μύρο του Αγίου είναι το θαύμα του Θεού και η μεγάλη ευλογία του Μεγαλομάρτυρος προς τους πιστούς Χριστιανούς που επικαλούνται τις ακοίμητες πρεσβείες του.

Υπάρχουν πολλές αυθεντικές μαρτυρίες για το Μύρο του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου. Παραθέτουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες:

1)   Δημήτριος Χρυσολωράς (τέλος 14ου – αρχές 15ου), σημειώνει ότι «το μύρο του Αγίου Δημητρίου δεν είναι νερό, διότι είναι παχύτερο από αυτό, ούτε ομοιάζει με τα υγρά που πηγάζουν από τη γη ή με παρασκευαζόμενα αρώματα, ούτε συγκρίνεται με αυτά. Είναι θαυμασιώτερο και από τα φυσικά και από τα παρασκευαζόμενα αρώματα».

2)   Ιωάννης Καμενιάτης, εξιστορεί την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς (904 μ.Χ.) και αποκαλεί Μυροβλύτη τον Άγιο Δημήτριο.

3)  Κωνσταντίνος Ακροπολίτης (Μέγας Λογοθέτης, συναξαριστής, ρήτωρ και επιστολογράφος) 1321 μ.Χ., αναφερόμενος σε θαύμα του Αγίου (θεραπεία οφθαλμών) τον χαρακτηρίζει Μυροβλύτη.

4) Ισίδωρος (1342-1396) και Γαβριήλ (1397-1416), Αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος ονομάζει τον Άγιο «Μυρορρόα» και ο δεύτερος «Μυροβλύτη».

5)  Επιγραφή του 1284 μ.Χ. Βρέθηκε στο τέμενος Εσκί Σεράϊ και λέγει γιά το Ναό του Αγίου Δημητρίου «έχει εντός του μέγαν Μυροβλύτην».

6) Η λειτουργική παράδοση και ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας μετά το 10ο αιώνα με θαυμασμό και ευλάβεια αναφέρεται στον Μυροβλύτη Άγιο Δημήτριο.

Οι μαρτυρίες για το μύρο του Αγίου Δημητρίου είναι πολλές, μεγάλη όμως είναι και η χάρη που ελάμβαναν και λαμβάνουν μέχρι σήμερα όσοι γίνονται αποδέκτες της ευλογίας του Μύρου. Τα θαύματα που επιτελεί ο Άγιος (παλαιά και σύγχρονα) είναι πολλά και βαθύτατη η ευγνωμοσύνη των πιστών που θεραπεύονται ή βοηθούνται ποικιλοτρόπως.

Ο Μυροβλύτης και θαυματουργός Άγιος Δημήτριος, ανήκει όχι μόνον στη θεοφρούρητη πόλη,τη Θεσσαλονίκη,όπου διασώζεται ο πάνσεπτος Ναός του, κτίσμα του 5ου αιώνα, αλλά και στην Οικουμένη, η οποία τον τιμά και τον ευλαβείται με συγκινητικές εκδηλώσεις εδώ και δέκα επτά αιώνες.

Αγία Θεοδώρα

theodora

www.imth.gr/default.aspx?lang=el-GR&loc=1&&page=147&saintid=69

ΘΕΟΔΩΡΑ ἡ ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣ,

ὁσία (812-29.8.892)

5 ᾿Απριλίου, 3 καὶ 29 Αὐγούστου

῾Η ὁσία Θεοδώρα ἀνήκει στὴν ὁμάδα τῶν ἁγίων τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου καὶ ἐπιπλέον ἀποτελεῖ τὴ δεύτερη μυροβλύτιδα ἁγία τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸν πολιοῦχο τῆς πόλεως, μεγαλομάρτυρα Δημήτριο· ἔχει μάλιστα ὑποστηρι­χθεῖ ὅτι ἡ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου της μαρτυρεῖται πρὶν ἀπὸ τὴ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ

῾Η ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε τὸ 812 στὴν Αἴγινα ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν ᾿Αντώνιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, καὶ τὴ Χρυσάνθη. ῾Ωστόσο, ἡ μητέρα της πέθανε κατὰ τὸν τοκετό, ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα ὀρφανή. ῾Ο ᾿Αντώνιος, μετὰ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τῆς συζύγου του, ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθή­σει ἐρημητικὸ βίο· γι᾿ αὐτὸ ἐμπιστεύθηκε τὴ Θεοδώρα σὲ μία εὐσεβῆ συγγενῆ του, ἡ ὁποία κατέστη καὶ ἀνάδοχός της, δίνοντάς της τὸ ὄνομα ᾿Αγάπη.

Τὸ σωματικὸ κάλλος τῆς μικρῆς ᾿Αγάπης ὁδήγησε πολλοὺς ἐπιφανεῖς κατοίκους τῆς Αἴγινας νὰ τὴ ζητοῦν σὲ γάμο, παρενοχλώντας διαρκῶς τὸν πατέρα της. Τελικά, ὁ ᾿Αντώνιος τὴν μνήστευσε σὲ ἡλικία μόλις ἑπτὰ ἐτῶν, ἡλικία ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ βυζαντινὴ νομοθεσία θεωροῦνταν τὸ κατώτερο ἐπιτρεπόμενο χρονικά ὅριο μνηστείας τῶν γυναι­κῶν, μὲ ἕνα πλούσιο καὶ σώφρονα ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄ­νομα δὲν ἀναφέρεται στὸ Βίο της, προφανῶς γιὰ νὰ κατα­δειχθεῖ ὡς ἐλάσσονος σημασίας τὸ γεγονὸς τῆς μνηστείας της καὶ τοῦ γάμου της ἀργότερα, σὲ σύγκριση μὲ τὸν αὐ­στηρὸ μοναχικὸ βίο ποὺ ἀκολούθησε στὴ συνέχεια.

Τὴν περίοδο αὐτή, καὶ συγκεκριμένα μεταξὺ τῶν ἐ­τῶν 825/830, μνημονεύονται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπιδρομὲς τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν τῆς Κρήτης στὴν περιοχὴ τοῦ Σαρω­νικοῦ κόλπου. Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς δὲν μαρτυροῦνται ἀπὸ κανένα βυζαντινὸ χρονογράφο, ἀλλὰ καθίστανται γνω­στὲς μόνο ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων τῆς Αἴγι­νας: τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Λουκᾆ τοῦ Στειριώτη καὶ τὸ Βίο τῆς ὁσίας ᾿Αθανασίας τῆς ἐξ Αἰ­γίνης (οἱ ἐπιδρομὲς ποὺ καταγράφονται στὸν τελευ­ταῖο Βίο θεωροῦνται μεταγενέστερες αὐτῶν ποὺ μαρτυροῦν­ται ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους Βίους). Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς ἦταν συχνές, προκαλώντας τὸν πανικὸ καὶ ἐπιφέροντας τὸ θάνα­το σὲ πολλοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ καθὼς καὶ μεγάλης ἐ­κτάσεως λεηλασίες, εἶχαν δὲ ὡς ἐπακόλουθο τὴ βίαιη μετα­νάστευσή τους καὶ τελικὰ τὴν ἐρήμωση τοῦ νησιοῦ.

Μολονότι ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Λουκᾆ μᾆς πληροφορεῖ ὅτι οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς Αἴγινας μετανάστευσαν σὲ γειτονικὲς ἀκτὲς τῆς Φωκίδος καὶ τῆς Πελοποννήσου ἢ στὴν ᾿Αττικὴ καὶ στὶς Βοιωτικὲς Θῆβες, ὡστόσο ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ οἱ συγγενεῖς της -ὅπως ἄλλωστε καὶ πολλοὶ κάτοικοι τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου, ποὺ δέχονταν τὶς ἀλλεπάλληλες ληστρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Σαρακηνῶν- προτίμησαν νὰ κατα­φύγουν στὴ Θεσσαλονίκη, διότι ἡ συμβασιλεύουσα τῆς Αὐτο­κρατορίας προστατευόταν ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ ὀχύρωσή της καὶ ἀπὸ τὸν πολιοῦχο της ἅγιο Δημήτριο, ὅπως τονίζει καὶ ὁ Θεσσαλονικέας κληρικὸς ᾿Ιωάννης Καμινιάτης, καὶ θεω­ροῦν­ταν ἀπόρθητη πόλη.

῾Ο Βίος τῆς ῾Οσίας δὲ διευκρινίζει, ἐὰν ἡ Θεοδώρα νυμ­φεύθηκε πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ μετανάστευση· περιο­ρί­ζεται μόνο στὴν πληροφορία ὅτι ὁ πατέρας της, ὄντας φί­λος τῆς ἐρημίας, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἐχθρὸς τῶν εἰκο­νο­μάχων ποὺ κρατοῦσαν ἐκείνη τὴν περίοδο τὰ σκῆπτρα τῆς αὐτοκρατορικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ἀνεχώρη­σε γιὰ κάποια ἄγνωστη ἐρημικὴ περιοχὴ κάτω ἀπὸ τὰ Θό­ρωπα, τοποθεσία ποὺ παραμένει ἀταύτιστη.

῾Η Θεοδώρα ἀπέκτησε τρία παιδιά, ἀλλὰ τὰ δύο τε­λευταῖα πέθαναν, γεγονὸς ποὺ προσέθεσε ὀδύνη στὴν ἤδη πολυτάραχη ζωή της. ᾿Εντούτοις, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγη­σε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ ἀφιε­ρώσουν τὸ πρῶτο παιδί τους, τὴν κόρη τους ποὺ ἀργότερα ἔλαβε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Θεοπίστη, στὴ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ πύλη, ποὺ βρισκόταν στὰ ἀνατολικὰ τείχη τῆς πόλεως, ὅπου ἡγουμέ­νευε μία συγγενής της, ἡ Αἰκατερίνη, ἡ ὁποία ἦταν ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ (βλ. λῆμμα).

῾Η ἐξέχουσα προσωπικότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αν­τωνίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος ἀρχιεπίσκο­πος Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, ἀνα­γ­κάζει τὸ βιογράφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ διακόψει τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του, γιὰ νὰ σκιαγραφήσει σὲ ἐννέα πα­ρα­γρά­φους (§ 10-18) τὸ πρόσωπο καὶ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὡς τὸν ὁσιακὸ θάνατό του στὶς 2 Νοεμ­βρίου 844, λίγο μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης. ῞Ολες αὐτὲς οἱ πληροφορίες παρα­δίδον­ται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμπλου­τί­ζοντάς τον μὲ σπουδαῖα ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα.

Λίγο μετὰ τὴ μοναστικὴ ἀφιέρωση τῆς Θεοπίστης πέ­θανε καὶ ὁ σύζυγος τῆς Θεοδώρας. Τὸ νέο τραγικὸ συμ­βὰν δὲν κατέβαλε τὴν πίστη της, ἀλλὰ τὴν ὤθησε στὴν ἀπό­φαση νὰ διαμοιράσει τὴν περιουσία της καὶ νὰ κατα­φύγει τὸ 837 στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, στὸ κέντρο τῆς πό­λεως, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ὁμολογήτρια ῎Αννα. ῾Ο χαρ­το­φύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος, ὁ ὁποῖος συν­έγραψε τὸ 12ο αἰώνα ἕνα ἐγκώμιο πρὸς τιμὴ τῆς ὁσίας Θεο­δώρας (BHG 1740), ταυτίζει τὴν ἡγουμένη ῎Αν­να μὲ τὴν ἀνάδοχο καὶ κηδεμόνα τῆς ὁσίας στὴν Αἴγινα, μετὰ τὴν ἀπο­μάκρυνση τοῦ πατέρα της ᾿Αντωνίου στὴν ἔ­ρημο. Στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἡ νεαρὴ ᾿Αγάπη, σὲ ἡ­λικία εἰκοσι­πέντε ἐτῶν, δοκιμάσθηκε καὶ ἔδωσε τὶς μονα­χικὲς ὑποσχέ­σεις, λαμ­βάνοντας τὸ ὄνομα Θεοδώρα.

Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ Βίου καταλαμβάνει ἡ διή­γηση τῆς μοναστικῆς ζωῆς καὶ ἀσκήσεως τῆς ῾Οσίας στὸ κοι­νόβιο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, προβάλλοντας ἔντονα τὴν ὑ­π­ακοή της στοὺς κανόνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, τὴν ταπεί­νωση, τὴ φιλαδελφία, τὴν ἐλεήμονα φύση της καὶ κυρίως τὴ μεγάλη ἐπιμέλεια ποὺ ἐπιδείκνυε γιὰ τὴν πνευματική της σωτηρία καὶ τὸ θεῖο ἔρωτά της πρὸς τὸν οὐράνιο Νυμ­φίο. ῾Ο Βίος ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἁγιολογικὸ κείμενο τῆς Θεσ­σα­λονίκης μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προβάλλεται τόσο ἔντονα, ἀλλὰ καὶ τόσο ἔντεχνα, ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἡ ἰδεώδης καὶ πλέον ἀσφαλὴς μορφὴ μοναχικῆς ζωῆς. Τὸ γεγονὸς αὐ­τὸ ἀπο­κτᾆ ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία ἂν συνεκτιμηθεῖ πὼς λίγες δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμφανίζεται ἕνα ἄλλο ἁγιολογικὸ κείμενο, μὲ ἀθω­νικὴ προέλευση, ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ ᾿Αθω­νί­τη, τοῦ πρώτου γνωστοῦ οἰκήτορα τοῦ ῎Αθω, ὅπου, ἀντί­θε­τα, προ­βάλλεται ὁ ἰδιόρρυθμος μοναστικὸς βίος, ἐνῶ ἡ κοινο­βιακὴ ζωὴ ἀπορρίπτεται καὶ κατακρίνεται ὡς δαιμο­νιώδης.

῾Η Θεοδώρα ἔζησε στὸ κοινόβιο τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου πενήντα πέντε χρόνια, ἀπὸ τὸ 837 ὡς τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς της στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μακροπερίοδο διάστημα ὁ ἐνάρετος βίος της ὑπῆρ­ξε ὑπόδειγμα μοναχικῆς βιοτῆς· εἶναι δὲ χαρακτηριστικὴ ἡ ἐκτενὴς ἀναφορὰ τοῦ βιογράφου της σὲ ὁρισμένα περιστα­τι­κά, ὅπου ἡ ῾Οσία ἀντιμετώπισε μὲ καταπληκτικὴ καρτερία καὶ δύναμη τὰ πολὺ αὐστηρὰ ἐπιτίμια ποὺ τῆς ἔθετε ἡ ἡ­γουμένη ῎Αννα γιὰ νὰ τὴν παιδαγωγήσει.

῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε τὴν πρόταση νὰ ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς ἡγουμενίας κάποιας ἄλλης μονῆς, ἐνῶ ὅταν τὸ 868 τέθηκε στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ζήτημα διαδοχῆς τῆς ἡγουμένης, ἐξελέγη ἡ κόρη της Θεοπίστη. ῎Εκτοτε ἡ ῾Ο­σία ἐνέτεινε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἀγώνα της, ἐπιδιδόμε­νη καθημερινὰ σὲ ἔργα εὐποιΐας καί, παρὰ τὴ γεροντική της ἡλικία, προσπαθοῦσε νὰ ἐπικουρεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν περισ­σό­τερο στὰ διακονήματα τῆς μονῆς.

῾Η μακαρία κοίμηση τῆς ῾Οσίας ἐπῆλθε εἰρηνικὰ στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892, σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν, καὶ συνο­δεύθηκε ἀπὸ μία ἁλυσίδα θαυμάτων κατὰ τὴν ταφή της, ποὺ συνεχίσθηκαν ὡς τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου της στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 σὲ μαρμάρινη λάρνακα, ἐντὸς τοῦ παρεκκλησίου τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτήν. Τὰ θαύματά της προκάλε­σαν τὴν ἐξάπλωση τῆς φήμης της καὶ τὴ συρροὴ μεγάλου πλήθους πιστῶν, ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὴ συναντίληψη τῆς ῾Οσί­ας καὶ τὴ θεραπευτική της ἐπέμβαση, καὶ ὁδήγησαν στὴ σκέ­ψη νὰ φιλοτεχνηθεῖ ἡ πρώτη εἰκόνα της, ποὺ τοποθε­τήθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της.

Τὸ στοιχεῖο ποὺ προσιδιάζει στὴν περίπτωση τῆς ῾Οσί­ας Θεοδώρας εἶναι ἡ ἔκβλυση εὐώδους ἐλαίου (μύρου) ἀπὸ τὸ λείψανό της, τὴν κανδήλα ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της καὶ τὴν εἰκόνα της. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατα­τάσ­σει τὴν ὁσία Θεοδώρα στὴν κατηγορία τῶν μυροβλυτῶν ἁγί­ων τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

᾿Ιδιαίτερα σημαντικὲς εἶναι καὶ οἱ μαρτυρίες ποὺ ἀν­τλοῦμε ἀπὸ ἱστορικὰ ἔργα καὶ ἀπὸ ξένους περιηγητὲς τῆς ὑστεροβυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου, σχετικὰ μὲ τὴν κατάσταση τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Τὸ 1405 τὸ ἱερὸ λείψανό της προσκύνησε ὁ Ρῶσος ᾿Ιγνάτιος ὁ ἐκ Σμολένσκ, ἐνῶ τὸ 1420 ὁ, ἐπίσης Ρῶσος, διάκονος Ζωσιμᾆς ἔμεινε ἔκπληκτος στὴ θέα τοῦ λειψάνου τῆς ῾Οσίας, διότι ἔ­δινε τὴν ἐντύπωση ζωντανοῦ σώματος, καὶ προσθέτει ὅτι τὰ ἐνδύματά του ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔλαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό. Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1430, τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχί­σθηκε καὶ διασκορπίσθηκε, ἀλλὰ ἡ εὐσέβεια τῶν Θεσσαλο­νικέων τὸ ἀπεκατέστησε στὴν πρότερη σχεδὸν κατάστασή του. Τε­λευ­ταία χρονολογικά, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ εἶ­ναι ἡ μαρ­τυρία τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος εἶδε “τὸ λείψανον τῆς ἁγίας Θεοδώρας διατηρούμε­νον ὁλό­κλη­ρον καὶ τοῦ ὁποίου ἡ σὰρξ εἶχε προσλάβει σκο­τεινὴν χροιάν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ πάθει τίποτε, μολονότι πά­μπολλα ἔτη παρ­ῆλ­θον ἀπὸ τοῦ θανάτου τῆς ἁγίας. Εὑρί­σκετο τοπο­θετημένη ἐπὶ μικρᾆς νεκρικῆς κλίνης, ὡς ἐὰν ἐ­κοιμᾆτο”. Φαί­νεται, ὡστόσο, πὼς οἱ δύο πυρκαγιὲς τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ προξένησαν σοβαρὲς βλάβες στὸ καθολι­κὸ τῆς μονῆς, ἔβλα­ψαν καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ὁσίας Θεο­δώρας, ὅπως διαπι­στώνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁ­ποία βρίσκεται σήμερα, στὴν ξύλινη λάρνακα ὅπου φυλάσ­σεται, στὸ ἀριστερὸ παρεκ­κλήσιο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ

Τὰ δύο ἁγιολογικὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν πρὸς τι­μὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἀπὸ τὸ Γρηγόριο, κληρικὸ τῆς Μη­τροπόλεως Θεσσαλονίκης, συνιστοῦν πολύτιμες πηγὲς τόσο γιὰ τὸ βίο της ὅσο καὶ γιὰ ἄλλα σημαντικὰ γιὰ τὴν ἐκκλη­σιαστικὴ καὶ πολιτικὴ ἱστορία τῆς εἰκονομαχικῆς καὶ μετα­εικονομαχικῆς περιόδου γεγονότα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ Βίος της, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀξιολογότερα δείγματα τῆς ἁγιολογικῆς παραγωγῆς τοῦ “χρυσοῦ αἰώνα” τῆς ῾Αγιολογίας. ᾿Αρχικὰ ἐκ­φωνήθηκε ἀπὸ τὸ Γρηγόριο στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς της, κι ἔλαβε τὴ μορφὴ γραπτοῦ κειμένου τὸ 894. ῍Αν καὶ γράφηκε μι­σὸν αἰώνα μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, τὸ κείμενο αὐτὸ διαπνέεται ἀπὸ ἐμφανῆ ἀντιεικονομαχικὸ χαρακτῆρα καὶ εἶναι ἐμπλουτισμένο μὲ σημαντικὰ ἱστορικὰ καὶ τοπο­γρα­φι­κὰ στοιχεῖα ποὺ συνδέονται μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς διηγήσε­ως καὶ ἐπιβεβαιώνουν τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ τοῦ συγγραφέα στὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια. ῾Ο Βίος διασώζεται καὶ σὲ παρα­φρασμένη μορφὴ σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 14ου αἰώ­να· πι­στεύεται ὅτι ἡ παράφραση αὐτὴ πραγματοποιήθηκε στὰ τέ­λη τοῦ 13ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα.

῾Ο Βίος συμπληρώνεται ἀπὸ τὸ δεύτερο κείμενο τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, τὴ Διήγηση περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἀναφέρεται στὴ μετακομιδὴ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 καὶ παρέχει πολὺ ἀξιόλογες ἱστορι­κὲς πληροφορίες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς καὶ στὰ δύο κεί­με­να ὁ Γρηγόριος “δένει” τόσο ἄρρηκτα τὰ γεγονότα τῆς ἱστο­ρίας μὲ τὰ θαύματα τῆς ῾Οσίας, ὥστε, ἐντάσσοντάς τα μέσα στὸ γενικὸ ἱστορικὸ πλαίσιο, ἐπιτυγχάνει νὰ προσ­δώσει σ᾿ αὐτὰ μία ἀναμφισβήτητη ἀξιοπιστία, ἡ ὁποία συν­δυάζεται καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο ὁ ἴ­διος ὅσο καὶ οἱ ἀκροατές του ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες πολλῶν θαυ­μάτων.

Τὸ συναξάριο τῆς “θαυματουργοῦ μητρὸς ἡμῶν Θεο­δώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ”, ποὺ ἀναγράφεται στὸ Κων­σταντινουπολιτικὸ Συναξάριο (5 ᾿Απριλίου), θεωρεῖται πλέον βέβαιο ὅτι δὲν ἀναφέρεται σὲ μία ἄλλη ὁμώνυμη ὁσία (βλ. Θεοδώρα “ἡ παλαιά”), ὅπως εἶχαν ὑποστηρίξει πα­λαιό­τε­ρα ἀρκετοὶ μελετητές, ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴ διαφο­ρε­τικὴ ἑορτολογικὴ ἔνδειξη καὶ ἀπὸ τὸ “ἄγνωστο” ὑπόμνη­μα ποὺ παρατίθεται, ἀλλὰ στὴ μυροβλύτιδα ῾Οσία, τῆς ὁποίας ἡ φή­μη εἶχε, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, ἐξ­απλω­θεῖ ταχύτατα (“καὶ μεγαλυνομένης ὅτι μάλιστα τῆς περὶ τὴν ὁσίαν φήμης”). ῞Ενα δεύτερο βυζαντι­νὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας παραμένει ἀνέκδοτο, ἂν καὶ ἔχει ἐκδο­θεῖ σὲ δη­μώδη γλῶσσα στὶς ἔντυπες ᾿Ακο­λουθίες τῆς ῾Οσίας.

Δύο σημαντικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ὁ χαρτο­φύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος τὸ 12ο αἰώνα καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ὁ Χαμαετός, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας, συν­έγραψαν ἐγκωμιαστικοὺς λόγους γιὰ τὴ μυροβλύτιδα ὁ­σία, βασιζόμενοι στὰ στοιχεῖα ποὺ παρέχει ὁ Βίος της.

῾Ο ἐγκωμιαστικὸς λόγος τοῦ ᾿Ιωάννη Σταυρακίου παρα­φράστηκε τὸ 18ο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Συμεὼν καὶ συμπεριλήφθηκε στὴν πρώτη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1731 στὴ Μοσχόπολη. ᾿Ακο­λού­θησε ἡ ἔκδοση δύο ἀκόμη ᾿Ακολουθιῶν, ἡ πρώτη τὸ 1853 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ δεύτερη τὸ 1902. ᾿Ακολουθία στὴν ὁσία Θεοδώρα συνέθεσε ἐπίσης καὶ ὁ μακαριστὸς ὑ­μνο­γρά­φος τῆς Μ. ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικρα­γιαν­νανί­της, ἐνῶ μία ἄγνωστη χειρόγραφη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεο­δώρας σώζεται στὸ χειρόγραφο 147 τῆς ἱερᾆς μονῆς τῆς Ζά­βορδας, ποὺ χρονολογεῖται τὸ 15ο αἰώνα καὶ γράφηκε ἀπὸ τὸν μοναχὸ ᾿Ιωακείμ, δομέστικο καὶ ἀδελφὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.

Κανόνες πρὸς τιμὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας συνέθεσαν ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ πατριάρχης Κωνσταντι­νου­πόλεως ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ δικαιοφύλαξ καὶ μέγας σακελ­λάριος τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Δημήτριος Κανίσκης Καβά­σιλας, ἐνῶ ἀρκετοὶ Κανόνες ποὺ περιλαμβάνονται στὶς ἔντυ­πες ᾿Ακολουθίες τῆς ῾Οσίας, παραδίδονται ἀνωνύμως· ἐπίσης, Κανόνες ποὺ δὲ σώζονται σήμερα, συνέθεσε σύμφω­να μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ καὶ ἡ “Παλαιο­λογίνα”, μία μοναχὴ ποὺ ἀσκήτευσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας τὸ 14ο αἰώνα. ῾Ωστόσο, ἡ πατρότητα τοῦ Κανό­να, ποὺ φέ­ρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, δημιουργεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα, ἀφοῦ ὁ συνθέτης του κοιμήθηκε του­λάχιστον ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεο­δώρας. Εἶναι πιθανό, πὼς ὁ Κανόνας συνετέθη ἀπὸ τὸ μα­θητὴ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσήφ, Θεοφάνη τὸ Σικελό, ὁ ὁ­ποῖος συν­έθεσε καὶ ἄλλους κανόνες ποὺ παραδίδονται μὲ τὸ ὄ­νομα τοῦ διδασκάλου του.

Τέλος, στὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεο­δώρας ἀφιερώνει καὶ ἕνα ἐπίγραμμα ὁ ἅγιος Νικόλαος Κα­βάσιλας.

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ

῾Η μυροβλυσία καὶ τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπι­τελοῦσε διαρκῶς τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, τὴν τοποθέτη­σαν σὲ ἰδιαίτερα ὑψηλὴ θέση στὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν Θεσσαλονικέων. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀξιο­πρόσεκτη συνύπαρξη-συναπεικόνιση τῶν δύο μυροβλυτῶν ἁ­γίων τῆς Θεσσαλονίκης στὰ κουτρούβια, τὰ μολύβδινα φια­λίδια ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ μύρου ποὺ ἐλάμβαναν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν μυροβλυτῶν ἁ­γίων, ὡς εὐλογία. ᾿Ενδεικτικὴ τῆς μεγάλης τιμῆς ποὺ ἀπέδι­δαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὴ θαυματουργὸ μυροβλύτιδα ἁγία, εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Μ. Χατζῆ ᾿Ιωάννου στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα: “῾Η νῦν Μητρόπολις τῆς Θεσσαλονίκης… τιμᾆται ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τῆς ἁγίας Θεο­δώρας καὶ τοῦ Παλαμᾆ οὗ φέρει καὶ τὸ σῶμα”. Μαρτυρεῖ­ται δηλαδὴ ὅτι ὁ ναὸς ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ ὅπου καὶ ὁ ση­μερινὸς μητροπολιτικὸς ναὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Πα­λαμᾆ ἦταν ἀφιερωμένος στοὺς τρεῖς πιὸ λαοφιλεῖς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης.

῾Η μοναδικὴ σωζόμενη ἀπεικόνιση τῆς ὁσίας Θεοδώ­ρας, ἡ ὁποία ἔχει δυστυχῶς καταστραφεῖ, βρισκόταν σὲ τοιχογραφία τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ προστῶο τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη. Μία δεύτερη εἰκόνα, μαρ­μάρινη σὲ στάση δεήσεως (orante), ἡ ὁποία χρονολογεῖται τὸν 9ο αἰ. καὶ φέρει τὴ συντομογραφημένη ἐπιγραφὴ ΜΡ (= ΜΗΤΗΡ) ΘΥ (= ΘΕΟΥ), ἔχει πρόσφατα ὑποστηριχθεῖ ὅτι δὲν ἀπεικονίζει τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ταύτιση ἡ ὁποία ἐπιχει­ρεῖται νὰ τεκμηριωθεῖ μὲ βάση τὶς ἀρκετὰ ἀναλυτικὲς πλη­ροφορίες ποὺ παρέχει ὁ Γρηγόριος κληρικὸς γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς ῾Οσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνέβλυζε εὐῶδες ἔλαιο. ῾Ωστόσο, ἡ ταύτιση αὐτὴ παραμένει σὲ ἀρκετὰ σημεῖα εὐάλωτη, ἐφόσον δὲν λαμβάνονται ὑπόψη ὅλες οἱ σχε­τικὲς πληροφο­ρίες ποὺ παρέχει ὁ Βίος, καθὼς καὶ οἱ ἀντί­στοιχες περι­πτώσεις ἁγίων γιὰ τοὺς ὁποίους κατασκευά­ζον­ται λίθινες εἰκόνες τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο. ᾿Απεικο­νί­σεις τῆς ὁσίας Θεοδώρας ὑπάρχουν καὶ στὰ κουτρούβια, τὰ ὁποῖα ἐντοπί­σθηκαν σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Θεσσα­λονίκη, σὲ διά­φορα σημεῖα τῆς Βαλκανικῆς· συνήθως ἀπὸ τὴ μία πλευ­ρὰ ἀπεικονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία φέρει μαφόριο καὶ κρατεῖ στὸ δεξὶ χέρι σταυρό. Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ λιθογραφημένη εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, στὴν ὁποία συναπεικονίζονται ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ ἡ ὁσία Θεοπίστη.

῾Ο ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἐπι­κρά­τησε νὰ τελεῖται στὶς 3 Αὐγούστου, δηλ. κατὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς μετακομιδῆς τοῦ λειψάνου της, καὶ ὄχι στὶς 29 Αὐ­γούστου, διότι συνέπιπτε μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο, ἐμφανί­ζεται σὲ χειρόγραφα καὶ ἑορτολογικὴ μετατόπιση μίας ἡμέ­ρας, δηλ. ἡ μετάθεση τῆς ἑορτῆς στὶς 30 Αὐγούστου. ῾Η 5η ᾿Απριλίου παρέμεινε ὡς μία δεύτερη ἑορτολογικὴ ἔνδειξη γιὰ τὴ μνήμη τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς ἔντυπες συναξαρια­κὲς συλλογές, ὅπου ὑφίσταται βέβαια καὶ ἡ προαναφερθεῖ­σα σύγχυση περὶ τῶν δύο ὁμωνύμων ὁσίων γυναικῶν τῆς Θεσ­σαλονίκης.

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ

Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας προέρχονται ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ῾Οσίας. ῞Οταν ἡ ῾Οσία κατέφυγε ἐκεῖ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν γιὰ νὰ μο­νάσει (τὸ ἔτος 837), ἡ μονὴ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομα τοῦ πρωτο­μάρτυρος Στεφάνου. Σ᾿ αὐτὴ τὴ μονὴ ἐδώρησε τὴν περιου­σία της καὶ ἔζησε συνολικὰ πενηνταπέντε χρό­νια, ἀσκού­με­νη στοὺς ἀγῶνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς.

Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς ἑόρταζε κατὰ τὴ μνήμη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου καὶ πιθανὸν εἶχε παρόμοια ἀρχι­τεκτονικὴ μορφὴ μ᾿ αὐτὴν τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας, φυ­σικὰ σὲ μικρότερες διαστάσεις. Στὴ δεξιὰ στοὰ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ μνημονεύεται καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου, στὸ ὁποῖο φυλασσόταν τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας.

῾Η μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου λειτουργοῦσε μὲ τὸ κοινοβιακὸ σύστημα καί, σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορί­ες ποὺ μᾆς δίνει ὁ Βίος τῆς ῾Οσιομυροβλύτιδος, ἡ κοινοβια­κὴ ζωὴ τῶν μοναστριῶν ἦταν ἄριστα ὀργανωμένη.

Μετὰ τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώ­ρας, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 893, ἡ μονὴ μετονομάσθηκε σὲ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. Τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, προκάλεσε τὴν ἐξ­άπλωση τῆς φήμης τῆς ἁγιότητός της καὶ ἀνέδειξε τὴ μονὴ τῆς μετανοίας της σὲ λαμπρὸ προσκυνηματικὸ χῶρο, στὸν ὁποῖο κατέφευγαν πιστοὶ ἀπὸ διάφορες περιοχὲς τῆς Βυ­ζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

Τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες συναντοῦμε τὸ ὄνομα τῆς μο­νῆς σὲ ἔγγραφα μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, καθὼς ἐπί­σης καὶ στὸ Βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο συν­έγραψε ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κων­σταν­τι­νουπόλεως. Τὴν ἴδια ἐποχὴ γνωρίζουμε ὅτι στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατέφυγε ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου Νικο­λάου Καβάσιλα καθὼς καὶ ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Θ¢, Μαρία Δούκαινα Παλαιολογίνα, καὶ ἡ ὁσία Θω­μαΐδα.

Τὴ μονὴ ἐπισκέφθηκαν κατὰ καιροὺς διάφοροι ξένοι περιηγητὲς καὶ προσκυνητές. Αὐτὴν τὴν περίοδο μνημονεύε­ται ἀπὸ τὸ Ρῶσο ᾿Ιγνάτιο τὸν ἐκ Σμολὲνσκ καὶ τὸ Ρῶσο διάκονο Ζωσιμᾆ, ὁ ὁποῖος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴ θέα τοῦ λει­ψάνου τῆς ὁσίας, διότι φαινόταν σὰ νὰ ζοῦσε καὶ τὰ ἐνδύ­ματα τοῦ λειψάνου ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔ­λαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό.

Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1430, ἡ ἀσέ­βεια καὶ βαρβαρότητα τῶν Τούρκων ἄφησε τὰ ἴχνη της καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. ῾Η μονὴ λεηλατήθηκε καὶ τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχίσθηκε καὶ ρίφθηκε στὴ γῆ. Εὐ­σε­βεῖς χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὸ τεμαχισμένο λείψανο καὶ τὸ ἀπέδωσαν ἄρτιο στὴ μονή. ῾Ωστόσο κατὰ τὴν περίο­δο τῆς Τουρκοκρατίας ἡ μονὴ δὲ δημεύτηκε οὔτε μετατρά­πηκε σὲ τζαμί, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι ἱεροὶ ναοὶ τῆς πόλεως. ῏Ηταν μία ἀπὸ τὶς τρεῖς γυναικεῖες μονὲς ποὺ ἐξακολούθη­σαν νὰ λει­τουργοῦν στὴ Θεσσαλονίκη, μετὰ τὴν ἅλωσή της καὶ ἀριθ­μοῦσε 150 ἕως καὶ 200 μοναχές.

Σημαντικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος μᾆς πληροφορεῖ ὅτι τὸ τέμπλο τοῦ ἱεροῦ βήματος ἦταν ἐπιχρυσωμένο καὶ ὅτι τὸ λείψανο τῆς ὁσίας διατηροῦνταν σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Βρισκό­ταν τοποθετημένο σὲ μικρὴ νεκρικὴ κλίνη, σὰ νὰ κοιμόταν.

Δὲ γνωρίζουμε πότε ἀκριβῶς καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἔπαυσε νὰ λειτουργεῖ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα καὶ λειτουργοῦσε πλέον ὡς ἐνοριακὸς ναός. Εἶναι μόνο γνωστὸ ὅτι αὐτὸ συνέβηκε τὸ 18ο αἰώνα.

῾Η συνοικία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἦταν μία ἀπὸ τὶς δώδεκα χριστιανικὲς συνοικίες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ συνόρευε μὲ δύο ἑβραϊκὲς συνοικίες. Στὴ μονὴ ἀνῆκε ἕνα νηπιαγωγεῖο καὶ ἕνα παρεκκλήσι στὴ συνοικία ἁγίου Κωνσταντίνου στὸ ῾Ιπποδρόμιο. ῍Αν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀποκα­λοῦσαν τὴ μονὴ Kizlar Manastir (μοναστήρι τῶν κοριτσι­ῶν), ὡστόσο οἱ χριστιανοὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ χρησιμοποι­οῦν τὴν ἀρχική της ὀνομασία.

Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς κάηκε στὶς δυὸ πυρκαγιὲς τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1917. Οἱ ζημιὲς ποὺ ὑπέστη ἀπὸ τὴν πρώτη πυρκαγιὰ φαίνεται πὼς ἦταν μικρές· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ναὸς ἐπισκευάσθηκε σύντομα. ῾Η πυρκαγιὰ ὅμως τοῦ 1917 κατέ­στρεψε ὁλοκληρωτικὰ τὸ καθολικὸ καὶ τὸ μόνο κτίσμα ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς φωτιᾆς ἦταν τὸ κωδωνοστά­σιο τοῦ ναοῦ.

῾Ο νέος ναὸς κτίσθηκε στὴ θέση τοῦ κατεστραμμένου καθολικοῦ τὸ 1935 καὶ λειτούργησε ὡς ἐνοριακός. Τὸ 1957 ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Α¢ Παπαγεωρ­γίου ἀνήγειρε τὸ κτίριο ποὺ σήμερα περιβάλλει τὸ καθολι­κὸ τῆς μονῆς. ᾿Εκεῖ λειτούργησαν διαδοχικὰ φοιτητικὸ οἰ­κοτρο­φεῖο καὶ ἐκκλησιαστικὴ σχολή.

Τὸ 1974 ὁ νῦν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελε­ήμων Β¢ Χρυσοφάκης ἐπανασύστησε τὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεο­δώρας, ἡ ὁποία ἔκτοτε λειτουργεῖ ὡς ἀνδρώα μονὴ καὶ ἀ­ριθ­μεῖ 42 πατέρες, ἀγάμους κληρικοὺς τῆς μητροπόλεως Θεσ­­σαλονίκης. Στὴ μονὴ φιλοξενοῦνται ἐπίσης ἐκκλησιαστι­κὲς ἀποστολὲς καὶ ἁγιορεῖτες πατέρες καὶ διαμένουν ξένοι ἱε­ρεῖς, φοιτητὲς τοῦ Πανεπιστημίου.

᾿Απὸ τὸ 1989 στὸ χῶρο τῆς μονῆς στεγάζεται καὶ τὸ Κέντρο ῾Αγιολογικῶν Μελετῶν τῆς ῾Ι. Μητροπόλεως Θεσ­σα­λονίκης. ῾Η μονὴ συντηρεῖ μὲ δικούς της πόρους τὸ οἰκο­τροφεῖο τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου καὶ προβαίνει σὲ ἐκδόσεις βι­βλίων. Τέλος, ἂς σημειωθεῖ πὼς ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώ­ρας ἔχει πέντε μετόχια στὸ χῶρο τῆς μητροπόλεως Θεσσα­λονίκης: 1) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου, κοντὰ στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο ῾Ιπποδρομίου, 2) τὸ παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Νι­κολάου τοῦ Τρανοῦ κοντὰ στὴν Παναγία Χαλκέων, 3) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν ᾿Εγνα­τία καὶ ᾿Ιασωνίδου, 4) τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς ᾿Ελεούσας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Τσιμισκῆ καὶ 5) τὴν ἐκκλησία τοῦ ὁσίου Δαβίδ, μέρος τοῦ παλαιοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Λα­τόμου στὴν ῎Ανω Πόλη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: BHG 1737-1741. ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας μυ­ροβλύτιδος καὶ θαυματουργοῦ Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ. Νῦν πρῶτον τυπωθεῖσα, συνεργείᾳ ἐπιμελείᾳ καὶ δαπάνῃ τῶν κυρίων Θεο­λόγη ἱερέως καὶ ῾Ρίζου Γεωργίου διὰ ψυχικὴν αὐτῶν σωτηρίαν. ᾿Αφιε­ρωθεῖσα μὲν τῇ περιφανεστάτῃ Θεσσαλονίκῃ ἐχούσῃ ἀντιλείπτο­ρα καὶ προστάτιν τὴν ῥηθεῖσαν ἁγίαν, καὶ δι᾿ ἄκραν αὐτῶν εὐλάβει­αν διορ­θωθεῖσα δὲ ὡς ἐφικτόν, παρὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου καὶ λογιω­τάτου ἐν ἱερομονάχοις κῦ¢, κῦ¢ Γρηγορίου Μοσχοπολίτου. ᾿Εν Μο­σχοπόλει 1731. Παρὰ Γρηγορίῳ ἱερομονάχῳ τῷ Κωνσταντίνου. ᾿Ακο­λουθία τῆς ὁσίας μυροβλύτιδος καὶ θαυματουργοῦ Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ. Μετα­τυπωθεῖσα συνεργείᾳ μὲν καὶ ἐπιμελείᾳ τῶν κυρί­ων ἐπιτρόπων Μ. ᾿Αθανασίου καὶ Π. Παπαδοπούλου, καὶ ζήλου τῶν ἱερέων τοῦ ναοῦ τῆς ὁσίας Σακκελίων Θεσσαλονίκης καὶ Πέτρου ἐφημερίου. Δαπάνῃ δὲ τῶν φιλοχρίστων καὶ εὐσεβῶν χριστιανῶν. ᾿Εν Θεσσαλονίκῃ. Τυπο­γραφεῖον Κυριάκου Δαρζηλοβίτου, 1853. Βίβλος καλουμένη Καλοκαι­ρινὴ ἐν ᾗ εἰσι γεγραμμένοι μερικοὶ βίοι ἁγίων τι­νῶν οἱ ὡραιότεροι τοῦ καλοκαιρίου ἀπὸ τὴν α¢ μαρτίου ἕως ταῖς ὕ­στεραις αὐγούστου, μεταφρασθέντες ἐκ τῆς τῶν ῾Ελλήνων εἰς τὴν κοινὴν ἡμετέραν διάλε­κτον παρὰ ᾿Αγαπίου μοναχοῦ…, ᾿Ενετίησιν 1851, σσ. 267-278 Γερά­σιμος Μικραγιαννανίτης, ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας μητρὸς Θεοδώρας μυ­ροβλύτιδος καὶ θαυματουργοῦ τῆς ἐν Θεσσαλο­νίκῃ, ἧς ἡ ἱερὰ μνήμη τελεῖται τὴν 3ην τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, Θεσ­σαλονίκη 1981. ῾Ο ἴδιος, “᾿Ακολουθία πάντων τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ διαλαμψάντων ἁγίων”, ΓΠ, τχ. 732, ἔτ. 73 (Μάρτ.-᾿Απρ. 1990). Δουκάκης, Κ., ῾Ο Μέγας Συναξ­αριστής τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ᾿Αθῆ­ναι 19622, τ. Η¢ (᾿Α­πρίλιος), σσ. 49-50· τ. ΙΒ¢ (Αὔγουστος), σσ. 243-251. ᾿Ελευθεριάδης, Εὐ., Θεσ­σαλονικεῖς ἅγιοι, τ. Α¢, Θεσσαλονίκη 1956, σσ. 27-28. Εὐ­στρατιάδης, Σ., ῾Αγιολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκ­κλησίας, ᾿Αθῆναι χ.χρ., σσ. 180-181. Janin, R., “Θεοδώρα ἡ ἐν Θεσ­σαλονίκῃ”, ΘΗΕ 6 (1965) 188. Καστανᾆς, Θ., “Θεσσαλονικεῖς ἅ­γιοι”, ΓΠ 19 (1935) 155. Κίσ­σας, Σ., “῾Η μονὴ τῆς Μικρῆς ἁγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη”, ῾Η Θεσ­σα­λο­νίκη 1 (1985) 325-339. Λαγ­γῆς, Μ., ῾Ο Μέγας Συναξαριστὴς τῆς ᾿Ορ­θοδόξου ᾿Εκκλησίας, τ. Δ¢ (᾿Απρίλιος), ᾿Αθῆναι 19885, σσ. 105-107· τ. Η¢ (Αὔγουστος), ᾿Αθῆναι 19895, σσ. 514-530. Λαούρδας, Β., “Νικο­λάου Καβάσιλα, προσφώνη­μα καὶ ἐπιγράμματα εἰς ἅγιον Δημή­τριον”, ΕΕΒΣ 22 (1952) 109. Μπακιρτζῆς, Χ., “Κουτρούβια μύρου ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη”, XVI In­ternationaler Byzantinischen-Kongres. Akten [=JÖB 32.3 (1982)], σσ. 523-528. ῾Ο ἴδιος, “Μαρμάρινη εἰκό­να τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἀπὸ τὴ Θεσ­σαλονίκη”, ῾Ελληνικὰ 39 (1988) 158-163. Νικόδημος ῾Αγιορείτης, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυ­τοῦ, Θεσσαλονίκη 1989 (ἐπανέκδ. β¢), τ. Δ¢ (Μάρτ.-᾿Απρ.), σσ. 189-190· τ. ΣΤ¢ (᾿Ιούλ.-Αὔγ.), σ. 291. Νικό­λαος Καβάσιλας, ᾿Εγ­κώμιον εἰς τὴν ὁσίαν μητέρα ἡμῶν καὶ μυροβλύ­τιδα Θεοδώραν, PG 150, 753-772. Παπαευαγγέλου, Π., Βυζαντινὸν φιαλίδιον ἐκ τοῦ τά­φου τοῦ ἁγί­ου Δημητρίου, Θεσσαλονίκη 1971. Πασχαλίδης, Σ. (ἐκδ.), ῾Ο Βίος τῆς ὁσιομυροβλύτιδος Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ – Διή­γηση περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας (Εἰσαγωγή, κρι­τικὸ κείμενο, μετάφραση, σχό­λια), [Κέντρον ῾Αγιολογι­κῶν Μελετῶν ῾Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονί­κης 1], Θεσσαλονίκη 1991 (στὶς σσ. 297-309 ἀναλυτικὴ βιβλιογρα­φία). ῾Ο ἴδιος, “Τὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώ­ρας στὸν κώδικα Coislinia­nus 223· ἕνα ἁγιολογικὸ – ἑορτολογικὸ πρό­βλημα”, Βυζαντινὰ 16 (1991) 357-366. ῾Ο ἴδιος, “῞Ενας ὁμολογητὴς τῆς δεύτερης Εἰκονομαχίας: ῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αντώνιος († 844)”, Βυζαντινὰ 17 (1994) 189-216. Πύρ­ρος, Σ., “Δοκίμιον Μακε­δονικοῦ ῾Αγιολογίου”, Μακε­δονικὸν ῾Ημερο­λόγιον Παμμακεδονικοῦ Συλ­λόγου ᾿Αθηνῶν, τ. Ε¢ (1912) 21. Σωτηρί­ου, Γ. & Μ., ῾Η Βασιλικὴ τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, [Βι­βλιοθήκη τῆς ἐν ᾿Αθήναις ᾿Αρχαιο­λογικῆς ῾Εταιρεί­ας, ἀρ. 34], ᾿Αθῆναι 1952, σσ. 135-138. Τσάμης, Δ., Μητερικόν, τ. Δ¢, ᾿Αλεξανδρούπολη 1993, σσ. 90-185. Τσάρας, ᾿Ι., ᾿Ιω­άννου ᾿Ανα­γνώστου Διήγησις περὶ τῆς τελευταίας ἁλώσεως τῆς Θεσ­σαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 50.16-27. Χρυσοστόμου, Γ., “Οἱ ἅγι­οι τῆς Θεσσαλο­νίκης”, στὸ Χαρι­στήριον τῷ Παναγιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Θεσσαλονί­κης κ.κ. Παντελεή­μονι τῷ δευτέρῳ ἐπὶ τῇ συμπληρώσει εἰ­κοσαετοῦς ἐν Θεσσαλονίκῃ ποιμαντορίας (1974-1994), Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 923-924. Arsenij, ZÚitie i podvigi sv. Feodory Solunskoj, Jurjev 1899, σσ. 1-36. Follie­ri, E., «Il calendario giambico di Cristo­foro di Mitilene secondo i mss. Palat. gr. 383 e Paris. gr. 3041», Anal. Boll. 77 (1959) 298. Ja­nin, R., Les églises et les monastères des grands centres byzantins (Bithynie, Hellespont, Latros, Galèsios, Trébizon­de, Athènes, Thes­salonique), Paris 1975, σ. 395. Kazhdan, A., «Theodora of Thes­sa­lonike», ODB 3 (1991) 2039. Kazhdan, A. – Talbot, A. M., «Women and Iconoclasm», BZ 84/85 (1991/1992) 395 σημ. 25 καὶ 26. Kurtz, E., «Des Klerikers Gregorios Bericht über Le­ben, Wunderthaten und Translation der hl. Theodora von Thessa­lo­nich nebst der Metaphra­se des Johannes Staurakios», Mé­moires de l’Académie Imperiale des Sciences de St. Pétersbourg, VIIIe serie, τ. VI, ἀρ. 1, St. Pétersbourg 1902, σσ. 1-111. Malamut, E., Sur la route des saints byzantins, Paris 1993, σσ. 58, 65, 76, 81, 100, 229, 290. Meinardus, O., «A study of the Relics of Saints of the Greek Ortho­dox Church», Ori­ens Christianus 53-54 (1970) 253. Novum Aucta­rium BHG 1741e. Papageorgiu, P., «Zur Vita der hl. Theodora von Thessalonike», BZ 10 (1901) 144-158. Patlagean, E., «Theodora de Thes­salonique. Une sainte moniale et un culte ci­tadin (IXe-XXe siè­cle)», στὸ Culto dei santi istituzioni e classi so­ciali in eta prein­dus­triale (a cura di S. Boesch Gaiano – L. Seba­stiani), Roma 1984, σσ. 39-69. Propylaeum ad Acta Sanctorum No­vembris. Synaxarium Ec­cle­siae Constantino­politanae, ἔκδ. H. Dele­haye, Bruxellis 1902, στ. 585.46-588.25. Nikas, C., Analecta Hym­nica Graeca, ô. VIII (Cano­nes Aprilis), Roma 1970, σσ. 117-127. Tafrali, O., Topographie de Thessalonique, Paris 1913, σ. 188. Va­sil’evskij, V., «Odin iz grecÚe­skikh sbornikov Mos­kov­skoj Sinodal’noj Biblioteki», ZMNP 248 (1886) 84-96.